Παράρτημα Κύπρου
25ης Μαρτίου 27,
2408, Έγκωμη Λευκωσία
Τηλ.: 00357 99212214
00357 22776757

EL |  EN |  DE

 

ΤΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟ ΝΕΥΡΙΝΩΜΑ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ

Ένας από τους συχνότερους ενδοκρανιακους όγκους είναι το ακουστικό νευρίνωμα. Πρόκειται για καλοήθη όγκο του ελύτρου της όγδοης εγκεφαλικής συζυγίας (νεύρο της ακοής και ισορροπίας), ο οποίος μεγαλώνει πολύ αργά και δημιουργεί προβλήματα λόγω πίεσης γειτονικών ευγενών ανατομικών μορίων.

Πρώιμα συμπτώματα είναι η μονόπλευρη εμβοή με ή χωρίς απώλεια ακοής και διαταραχή της ισορροπίας συνήθως υπό μορφή αστάθειας κατά τη βάδιση. Μεγαλώνοντας αρχίζει να πιέζει το εγκεφαλικό στέλεχος προκαλώντας διαταραχή στην κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, δυσκαταποσία, διαταραχή της αναπνοής, νευραλγία από το τρίδυμο νεύρο και άλλα μη ειδικά νευρολογικά συμπτώματα χωροκατακτητικής εξεργασίας, που εντοπίζεται πάνω από το σκηνίδιο της παρεγκεφαλίδας.

Την εποχή πριν από την ανακάλυψη της αξονικής και κυρίως της μαγνητικής τομογραφίας, ο όγκος έφτανε πολλές φορές μέγεθος πορτοκαλιού μέχρι να διαγνωσθεί, με αποτέλεσμα η αντιμετώπισή του να είναι δύσκολη και να συνοδεύεται πάντα με σοβαρές μόνιμες νευρολογικές διαταραχές. Σήμερα η μαγνητική τομογραφία απεικονίζει το ακουστικό νευρίνωμα σε πρώιμο στάδιο, όταν έχει μέγεθος λίγων χιλιοστών, ώστε η αντιμετώπισή του να στοχεύει στην διατήρηση της λειτουργικότητας των γειτονικών νεύρων. Για το λόγο αυτό η μαγνητική τομογραφία είναι απαραίτητη σε κάθε μονόπλευρο πρόβλημα ακοής, εμβοής αλλά και διαταραχής της ισορροπίας. Η αξονική τομογραφία δεν έχει πλέον θέση στην διαγνωστική επί υποψίας ακουστικού νευρινώματος, αλλά δυστυχώς απαιτείται από τα δημόσια ταμεία πριν εγκρίνουν την μαγνητική τομογραφία επιβαρύνοντας τον ασθενή με περιττή ακτινοβολία και τον προϋπολογισμό με περιττά έξοδα.

Η στρατηγική της αντιμετώπισης του ακουστικού νευρινώματος έχει τροποποιηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς βλέπουμε όλο και μικρότερους όγκους σε όλο και νεαρότερα άτομα και μάλιστα πριν δημιουργήσουν μόνιμα λειτουργικά προβλήματα. Επιπλέον η μελέτη της βιολογικής συμπεριφοράς του όγκου δείχνει πολύ βραδεία εξέλιξη, μερικές φορές κατά κύματα, ώστε ενώ μένει στάσιμος για χρόνια να μεγαλώνει αισθητά σε μικρό χρονικό διάστημα. Από την άλλη μεριά η χειρουργική αφαίρεση του όγκου θέτει σε κίνδυνο την ακοή στην πλευρά που εντοπίζεται ο όγκος, εφόσον αυτή δεν έχει πειραχτεί από τον ίδιο τον όγκο, αλλά και το προσωπικό νεύρο, που βρίσκεται πάντα σε επαφή με τον όγκο. Μία μόνιμη παράλυση του προσωπικού νεύρου είναι βαριά επιπλοκή, διότι στιγματίζει αισθητικά τον ασθενή, ενώ η μονόπλευρη κώφωση δυσχεραίνει μεν την επικοινωνία αλλά δεν είναι εμφανής στον κοινωνικό περίγυρο. Η πιθανότητα επιπλοκών εξαρτάται απόλυτα από το μέγεθος του όγκου: η διατήρηση της ακοής σε όγκους πάνω από 2,5 εκατοστά είναι ουτοπία, ενώ η προσπάθεια διατήρησής της θέτει πάντα σε μεγαλύτερο κίνδυνο το προσωπικό νεύρο. Έτσι είναι πολλές φορές προτιμότερο να θυσιαστεί η ακοή προκειμένου να προστατευθεί το προσωπικό νεύρο. Η εκτίμηση της κατάστασης και η απόφαση για το είδος της θεραπείας απαιτεί μεγάλη εμπειρία και διαθεσιμότητα όλων των θεραπευτικών δυνατοτήτων, ώστε να προσαρμόζεται η θεραπεία στον όγκο (ανάλογα με την θέση του, το μέγεθός του, την ηλικία του ασθενούς, τις ήδη υπάρχουσες λειτουργικές απώλειες κλπ.).

Σε μικρούς όγκους με καλή ακοή συνιστάται η μικροχειρουργική αφαίρεση με προσπέλαση από τον μέσο κρανιακό βόθρο (middle fossa approach) με προσπάθεια διατήρησης της ακοής, που είναι επιτυχής περίπου στις μισές των περιπτώσεων. Στις περιπτώσεις αυτές ελέγχεται η ακοή σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης με ακουστικά προκλητά δυναμικά και ηλεκτροκοχλεογραφία. Σε μεγαλύτερους όγκους με καλή ακοή προτιμάται η οπισθοσιγμοειδική προσπέλαση (retrosigmoid approach) όπου η πιθανότητα διατήρησης της ακοής είναι μικρότερη, όχι λόγω της προσπέλασης αλλά λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους του όγκου. Τέλος σε όγκους ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, που έχουν ήδη επηρεάσει σημαντικά την ακοή, προτιμάται η διαλαβυρινθική προσπέλαση (translabyrinthine approach), η οποία καταστρέφει το όργανο της ακοής αλλά προστατεύει στατιστικά περισσότερο το προσωπικό νεύρο και δεν επιβαρύνει τόσο το εγκεφαλικό παρέγχυμα, όσο οι δύο άλλες προσπελάσεις, με αποτέλεσμα τη γρηγορότερη ανάρρωση του ασθενούς.
Το Κέντρο Χειρουργικής Βάσης Κρανίου διαθέτει μεγάλη εμπειρία και στις τρεις αυτές προσπελάσεις σε πάνω από διακόσια περιστατικά και ενεργό συμμετοχή στα ειδικά διεθνή συνέδρια.

Τα τελευταία χρόνια συνιστάται σε μικρούς όγκους με καλή ακοή και η στρατηγική της παρακολούθησης του όγκου με μαγνητικές τομογραφίες ανά τακτά χρονικά διαστήματα (wait and scan policy) και χειρουργική αφαίρεση του όγκου μόνον όταν δείξει αυξητική τάση.

Τέλος από ορισμένα ερευνητικά κέντρα συνιστάται σε μικρούς όγκους τοπική ακτινοθεραπεία (gamma knife) με σκοπό την αναχαίτιση της αυξητικής τους τάσης. Οι δημοσιεύσεις επί του θέματος μιλούν για έλεγχο και όχι αφαίρεση του όγκου (tumour control) ενώ ακόμα και με αυτή την τεχνική υπάρχει κίνδυνος απώλειας της ακοής και πάρεσης του προσωπικού νεύρου. Επιπλέον υπάρχει και κίνδυνος ανάπτυξης κακοήθους όγκου μετά από χρόνια λόγω της ακτινοβολίας, ώστε η ακτινοθεραπεία ενός καλοήθους όγκου πρέπει να αποφεύγεται ειδικά σε νεαρά άτομα.

Η ομάδα της Ευρωκλινικής συμμερίζεται και με την εμπειρία της συνηγορεί στην άποψη και άλλων Κέντρων του εξωτερικού, ότι η ακτινοθεραπεία δεν έχει θέση στην αντιμετώπιση του ακουστικού νευρινώματος και προτιμά σε μικρούς όγκους με καλή ακοή την στρατηγική της παρακολούθησης.