Παράρτημα Κύπρου
25ης Μαρτίου 27,
2408, Έγκωμη Λευκωσία
Τηλ.: 00357 99212214
00357 22776757

EL |  EN |  DE

 

Η περιφερική παράλυση του προσωπικού νεύρου είναι μια από τις πιο συχνές παθήσεις στην ωτορινολαρυγγολογία και χαρακτηρίζεται από πλήρη ή μερική παράλυση των μιμικών μυών του προσώπου με ατελή σύγκλειση των βλεφάρων και κίνδυνο ανάπτυξης κερατίτιδας, καθώς και πτώση της γωνίας του στόματος με σιελόρροια και δυσκολία στη λήψη τροφής και την ομιλία. Ανάλογα με την εντόπιση της βλάβης μπορεί να συνυπάρχουν διαταραχές της γεύσης και της έκκρισης των δακρύων.
Οι ασθενείς με παράλυση του προσωπικού νεύρου βιώνουν σοβαρή ψυχική πίεση λόγω της εμφάνισης του προσώπου, που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αυτοεκτίμηση, στιγματισμό και κοινωνική απομόνωση.
Είναι πολλά τα αίτια που μπορούν να οδηγήσουν σε παράλυση του προσωπικού νεύρου, συγγενή, λοιμώδη, μεταβολικά και συστηματικά, τραυματικά, νεοπλασματικά και συχνά άγνωστα. Συγγενής παράλυση εμφανίζεται στα πλαίσια συνδρόμων ή τραυματισμού κατά την γέννηση, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων οφείλεται σε ιογενείς λοιμώξεις και αφορά στην παράλυση τύπου Bell και στον ωτικό έρπητα ζωστήρα (σύνδρομο Ramsay-Hunt μαζί με νευροαισθητήριο βαρηκοΐα και ίλιγγο). Φλεγμονώδεις παθήσεις του ωτός όπως η οξεία πυώδης μέση ωτίτιδα, η μαστοειδίτιδα, η χρόνια μέση ωτίτιδα και ειδικά το χολοστεάτωμα αλλά και η κακοήθης εξωτερική ωτίτιδα επί εδάφους σακχαρώδους διαβήτη αποτελούν συχνά αίτια παράλυσης. Σπανιότερα η παράλυση εμφανίζεται στα πλαίσια λοιμώδους μονοπυρήνωσης, ιλαράς, ερυθράς, παρωτίτιδας, φυματίωσης, ή συνδρόμου επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS). Στα τραυματικά αίτια περιλαμβάνονται κακώσεις κατά τη διάρκεια εργώδους τοκετού, κατάγματα του λιθοειδούς (πολύ συχνότερα τα εγκάρσια και λιγότερο συχνά τα επιμήκη), τραύματα της κεφαλής και του τραχήλου καθώς και ιατρογενείς κακώσεις σε χειρουργικές επεμβάσεις της παρωτίδας, του αυτιού ή της βάσης του κρανίου. Τέλος η παράλυση του προσωπικού νεύρου μπορεί να οφείλεται σε όγκους του ίδιου του νεύρου ή σε όγκους γειτονικών οργάνων, όπως της παρωτίδας.
Το πλάνο αποκατάστασης και η πρόγνωση εν γένει εξαρτώνται από την αιτιολογία της βλάβης, την διάρκεια της παράλυσης, τη διαβάθμιση της εναπομείνουσας λειτουργικότητας και την γενικότερη κατάσταση του πάσχοντος. Στις περιπτώσεις που το προσωπικό νεύρο είναι ανατομικά ακέραιο αναμένουμε αυτόματη αποκατάσταση για τουλάχιστον ένα χρόνο. Αν η λειτουργία του δεν βελτιωθεί, αλλά και σε όλες τις περιπτώσεις διατομής του νεύρου ή ενεργού φλεγμονής, ενδείκνυται η χειρουργική αποκατάστασή. Στις περιπτώσεις διατομής του νεύρου η επέμβαση εκλογής είναι η άμεση αναστόμωση των κολοβωμάτων είτε με μεταξύ τους συρραφή είτε με την παρεμβολή ενός νευρικού μοσχεύματος άλλου νεύρου. Αν αυτό δεν είναι εφικτό, το περιφερικά ανέπαφο προσωπικό νεύρο αναστομώνεται με άλλα γειτονικά κινητικά νεύρα, όπως το υπογλώσσιο και η αγκύλη του υπογλωσσίου. Το αποτέλεσμα εμφανίζεται μετά από πολλούς μήνες και αφορά σχετική  συμμετρία του προσώπου στην ηρεμία και αρκετή εκούσια κινητικότητα.
Σε χρόνιες παραλύσεις (περισσότερο από 3 με 4 χρόνια) η πιθανότητα αποκατάστασης με τεχνικές αναστόμωσης νεύρων είναι περιορισμένη λόγω ατροφίας των μυών του προσώπου και ίνωσης στην περιοχή της νευρομυϊκής μονάδας. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε κακοήθεις όγκους, που πρόκειται να ακτινοβοληθούν, η αποκατάσταση πραγματοποιείται συνηθέστερα με αντιμετάθεση κρημνών από γειτονικούς μύες, που δεν είναι παράλυτοι (τον κροταφίτη μυ ή τον μασητήρα) με άμεσο στατικό αποτέλεσμα αλλά και στοιχειώδη εκούσια κινητικότητα μετά από φυσιοθεραπεία για αρκετό χρονικό διάστημα. Υπάρχει και η δυνατότητα μεταφοράς ελεύθερων μυϊκών μοσχευμάτων με πολύπλοκη μικροαγγειακή και μικρονευρική αναστόμωση με παρόμοιο αποτέλεσμα.
Πολύ βασική είναι η προστασία του ματιού σε όλη τη διάρκεια της παράλυσης, ώστε να αποφευχθούν επιπλοκές, όπως έλκος κα θολερότητα του κερατοειδούς. Αν η παράλυση αναμένεται να κρατήσει μήνες τοποθετείται προσωρινά ή μόνιμα πρόσθετο βάρος από χρυσό ή τιτάνιο στο άνω βλέφαρο, ώστε να κλείνει με τη βοήθεια της βαρύτητας ή επιχειρείται σύγκλειση της βλεφαρικής σχισμής με  ταρσορραφή ή κανθοπηξία.